Η πρόσφατη παρέμβαση του καθηγητή Νεόφυτου Λοϊζίδη, καθηγητή στο University of Warwick, συνιστά μια από τις πιο συστηματικές και θεωρητικά αρθρωμένες προσπάθειες αναστοχασμού της διαπραγματευτικής στρατηγικής στο Κυπριακό τα τελευταία χρόνια. Σε αντίθεση με τη συνήθη δημόσια συζήτηση, που εγκλωβίζεται μεταξύ γενικόλογων εκκλήσεων για «επανέναρξη από εκεί που μείναμε» και αόριστων αναφορών σε «νέες ιδέες», ο Λοϊζίδης επιχειρεί να χαρτογραφήσει τέσσερις διακριτές στρατηγικές επιλογές, να σταθμίσει τα πλεονεκτήματα και τις αδυναμίες τους και να εισηγηθεί έναν συνδυαστικό δρόμο. Η συμβολή του έγκειται πρωτίστως στη μετατόπιση του κέντρου βάρους: από το ερώτημα «ποιο μοντέλο λύσης» στο ερώτημα «ποια αρχιτεκτονική κινήτρων και δεσμεύσεων». Πρόκειται για ουσιώδη μετατόπιση, διότι αναγνωρίζει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο ουσίας (ομοσπονδία, συνομοσπονδία κ.λπ.), αλλά και αξιοπιστίας, εμπιστοσύνης και εφαρμογής. Η ανάλυση εκκινεί από μια ρεαλιστική παραδοχή: κάθε νέος κύκλος συνομιλιών σκοντάφτει στα ίδια εμπόδια — έλλειψη εμπιστοσύνης, απουσία αξιόπιστων δεσμεύσεων, ευκολία επιστροφής στο στάτους κβο. Ο Λοϊζίδης εντάσσει στο πλαίσιο αυτό και την κοινή διακήρυξη του 2024 από το CPDC και την Απόφαση Ειρήνης, η οποία εισηγείται να μην περιλαμβάνεται η συνέχιση του στάτους κβο ως επιλογή σε μελλοντικά δημοψηφίσματα. Η ιδέα αυτή είναι θεσμικά τολμηρή καθώς επιχειρεί να αποσύρει την «ασφαλή έξοδο» από τη διαδικασία.
Η διάγνωση είναι εύστοχη καθότι η εμπειρία του 2004 έδειξε ότι τα δημοψηφίσματα μπορούν να λειτουργήσουν ως τελικός μηχανισμός απόρριψης χωρίς άμεσο κόστος. Το ζήτημα, όμως, είναι κατά πόσο η αποστέρηση της επιλογής του στάτους κβο ενισχύει την υπευθυνότητα ή πυροδοτεί αμυντικά αντανακλαστικά. Η πρόταση προϋποθέτει υψηλό επίπεδο πολιτικής ωριμότητας και εμπιστοσύνης στους θεσμούς, στοιχεία που παραμένουν ζητούμενα. Η πρώτη στρατηγική, γνωστή ως «Φόρμουλα Ναμί», βασίζεται στην ιδέα των μη αναστρέψιμων συνεπειών. Εάν μία κοινότητα εγκρίνει και η άλλη απορρίψει, η πρώτη λαμβάνει συγκεκριμένα οφέλη. Πρόκειται για μηχανισμό «πειθαρχικής βεβαιότητας»: εισάγει κόστος στην απόρριψη. Θεωρητικά, η λογική είναι συνεκτική. Μετατρέπει το δημοψήφισμα από ανώδυνη άρνηση σε απόφαση με συνέπειες. Ενισχύει την αξιοπιστία της διαδικασίας έναντι της διεθνούς κοινότητας. Ωστόσο, πολιτικά, ειδικά στην ελληνοκυπριακή κοινότητα, μπορεί να εκληφθεί ως εξωτερικός καταναγκασμός. Σε περιβάλλον όπου το ζήτημα της κυριαρχίας είναι υπαρξιακό, κάθε μηχανισμός «τιμωρίας» ενδέχεται να συσπειρώσει φοβικά αντανακλαστικά. Επιπλέον, η διεθνής εφαρμογή της φόρμουλας είναι περίπλοκη. Ποιος θα εγγυηθεί τα οφέλη; Ποια θα είναι η νομική τους μορφή; Η δύναμη της πρότασης -η σαφήνεια- είναι και η αχίλλειος πτέρνα της: δύσκολα διαχειρίσιμη σε ένα ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον.
Η δεύτερη επιλογή μετατοπίζει το βάρος από τις συνέπειες στα κίνητρα. Προβλέπει άμεσα, αμοιβαία οφέλη -εδαφικές ρυθμίσεις (όπως το Βαρώσι) για τους Ελληνοκυπρίους και μέτρα άρσης απομόνωσης για τους Τουρκοκυπρίους -τα οποία προστατεύονται από ουδέτερη διαιτησία. Εδώ εντοπίζεται ίσως η πιο ρεαλιστική πρόταση του Λοϊζίδη. Η σταδιακή παροχή οφελών μπορεί να βελτιώσει την καθημερινότητα και να δημιουργήσει θετικό κεκτημένο. Η εμπλοκή ουδέτερου μηχανισμού διαιτησίας απαντά στο διαχρονικό έλλειμμα εμπιστοσύνης. Ωστόσο, η ένσταση περί κυριαρχίας είναι σοβαρή. Η αποδοχή εξωτερικής διαιτησίας προϋποθέτει πολιτική τόλμη και κοινωνική προετοιμασία. Σε ένα πολιτικό σύστημα που συχνά αντιμετωπίζει τους διεθνείς μηχανισμούς με καχυποψία, η εφαρμογή θα απαιτήσει ευρεία διακομματική συναίνεση, στοιχείο που ιστορικά σπανίζει.
Η τρίτη επιλογή, εμπνευσμένη από το Ostbelgien, εισάγει θεσμοθετημένη συμμετοχή πολιτών μέσω συνελεύσεων με κλήρωση. Πρόκειται για καινοτόμο ιδέα που ενισχύει τη νομιμοποίηση και μειώνει το πολιτικό κόστος. Σε ένα Κυπριακό όπου η κοινωνία συχνά αισθάνεται ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην της, η συμμετοχική διάσταση μπορεί να λειτουργήσει αποσυμπιεστικά. Ιδίως σε κοινωνικά ευαίσθητα ζητήματα (περιουσιακό, επιστροφή προσφύγων), η deliberative democracy θα μπορούσε να καλλιεργήσει αίσθημα συνιδιοκτησίας. Ωστόσο, ο ίδιος ο Λοϊζίδης ορθά αναγνωρίζει τον περιορισμό πως οι συνελεύσεις δεν υποκαθιστούν την υψηλή πολιτική. Σε ζητήματα ασφάλειας, εγγυήσεων και στρατευμάτων, η τελική ευθύνη ανήκει στους ηγέτες και στα κράτη. Οι συνελεύσεις μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά, όχι καθοριστικά. Η τέταρτη στρατηγική αντιστρέφει τη χρονική ακολουθία: πρώτα υλοποιούνται κρίσιμα παραδοτέα και μετά διεξάγονται δημοψηφίσματα. Σε περίπτωση αποτυχίας, τα παραδοτέα διατηρούνται. Η λογική είναι ελκυστική καθώς οι κοινωνίες βιώνουν τα οφέλη πριν κληθούν να αποφασίσουν. Μειώνεται ο φόβος του αγνώστου. Δημιουργείται οικονομικό και ψυχολογικό κεκτημένο. Εντούτοις, η προσέγγιση ενέχει τον κίνδυνο της «μερικής κανονικοποίησης» χωρίς τελική λύση. Εάν τα παραδοτέα διατηρούνται ανεξαρτήτως αποτελέσματος, ποιο είναι το κίνητρο για την ολοκλήρωση; Επιπλέον, η χρονική μετάθεση του δημοψηφίσματος δεν εγγυάται πολιτική σταθερότητα -αντιθέτως, μπορεί να το εκθέσει σε εξωγενείς κρίσεις.
Ο Λοϊζίδης ορθά περιλαμβάνει και τη βασική επιλογή: επανέναρξη χωρίς μεταβολή κινήτρων. Η κριτική του είναι καίρια. Η διαχρονική αποτυχία δεν οφείλεται μόνο στην απουσία βούλησης, αλλά και στη δομή της διαδικασίας. Χωρίς αλλαγή αρχιτεκτονικής, το αποτέλεσμα είναι προβλέψιμο. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της παρέμβασης είναι η εισηγούμενη σύνθεση. Ο Λοϊζίδης δεν υιοθετεί δογματικά καμία επιλογή· προτείνει συνδυασμό: μικρής κλίμακας μηχανισμούς ασφάλειας, ουδέτερη διαιτησία, συμμετοχικές διαδικασίες, στρατηγικό προγραμματισμό δημοψηφισμάτων. Η έμφαση στον χρονισμό, ιδίως ενόψει εκλογικών κύκλων σε Τουρκία, Κύπρο και ΗΠΑ το 2028, καταδεικνύει επίγνωση του γεωπολιτικού περιβάλλοντος. Η συνδυαστική προσέγγιση είναι θεωρητικά πειστική. Αναγνωρίζει ότι καμία μεμονωμένη στρατηγική δεν θεραπεύει όλες τις παθογένειες. Όμως, η επιτυχία της εξαρτάται από προϋποθέσεις που δεν είναι αυτονόητες: πολιτική βούληση, διακομματική συναίνεση, κοινωνική προετοιμασία και ενεργή διεθνή στήριξη.
Η τοποθέτηση του Λοϊζίδη διακρίνεται για τρία χαρακτηριστικά: αναλυτική σαφήνεια, συγκριτική θεώρηση και θεσμική φαντασία. Δεν εγκλωβίζεται σε ρητορικές αντιπαραθέσεις· επιχειρεί να επανασχεδιάσει τα κίνητρα της διαδικασίας.
H αδυναμία της παρέμβασης, αν μπορεί να εντοπιστεί, δεν βρίσκεται στη θεωρητική της συγκρότηση, αλλά στην απόσταση μεταξύ ακαδημαϊκής λογικής και πολιτικής πραγματικότητας. Η κυπριακή πολιτική σκηνή συχνά λειτουργεί με βραχυπρόθεσμους ορίζοντες και κομματικά φίλτρα. Η υιοθέτηση σύνθετων μηχανισμών απαιτεί ηγεσία που να επενδύει πολιτικό κεφάλαιο. Παρά ταύτα, σε ένα περιβάλλον στασιμότητας, η αξία της πρότασης έγκειται ακριβώς στην προσπάθεια υπέρβασης του διλήμματος «όλα ή τίποτα». Η συζήτηση μετατοπίζεται από την ανακύκλωση θέσεων στη διαμόρφωση θεσμικών εργαλείων. Εν τέλει, η παρέμβαση του Νεόφυτου Λοϊζίδη δεν προσφέρει έτοιμη λύση και δεν το ισχυρίζεται. Προσφέρει, όμως, έναν χάρτη στρατηγικών επιλογών και μια μεθοδολογία σκέψης. Σε μια συγκυρία όπου το Κυπριακό κινδυνεύει να παγιωθεί ως διαχειρίσιμη εκκρεμότητα, η ανάδειξη της αρχιτεκτονικής κινήτρων και του χρονισμού ως κεντρικών μεταβλητών συνιστά ουσιαστική συμβολή.
Το ερώτημα δεν είναι αν οι προτάσεις είναι τέλειες. Είναι αν το πολιτικό σύστημα είναι διατεθειμένο να συζητήσει σοβαρά την ανάγκη αλλαγής του τρόπου με τον οποίο διαπραγματεύεται. Και σε αυτό το επίπεδο, η τοποθέτηση Λοϊζίδη θέτει τον πήχη ψηλότερα από τη συνήθη δημόσια ρητορική.
paraschosa@icloud.com







