Η Εισαγγελία στο εδώλιο της κοινωνίας. Η κρίση εμπιστοσύνης έχει πλούσιο παρελθόν και δυσοίωνο μέλλον.

Η πρωτοφανής έκρηξη που ακολούθησε την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Συλλούρη–Τζιοβάνη, επιβεβαιώνει τη βαθιά και πολυεπίπεδη κρίση που βιώνει η χώρα. Μία πρωτόδικη απόφαση, ακόμη και σε υπόθεση υψηλού δημόσιου ενδιαφέροντος, δεν αρκεί από μόνη της για να προκαλέσει τέτοιους κλυδωνισμούς.

Δεν εξηγεί από μόνη της τη λαϊκή κατακραυγή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, την οξεία κριτική από τα ΜΜΕ ή τις οργίλες κομματικές τοποθετήσεις. Ούτε και το πρωτοφανές δημόσιο ξέσπασμα λειτουργών της Νομικής Υπηρεσίας, με το περιβόητο «ουαί και αλίμονο» ανώτερης εισαγγελέως. Η ένταση της αντίδρασης δεν ήταν τυχαία. Ήταν συσσωρευμένη.

Η -κατά πλειοψηφία- αθωωτική απόφαση στην πολύκροτη υπόθεση του βίντεο του «Αλ Τζαζίρα» ήταν η θρυαλλίδα σε ένα εύφλεκτο περιβάλλον. Όχι επειδή αθωώθηκαν δύο πρωταγωνιστές, αλλά επειδή η κρίση της Δικαιοσύνης ήρθε να προστεθεί σε ένα ήδη φορτισμένο κλίμα καχυποψίας απέναντι στους θεσμούς.

Η μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση μίας υπόθεσης που βρισκόταν στην κορυφή του δημόσιου ενδιαφέροντος επί έξι χρόνια, σε συνδυασμό με τα σοβαρά ανακριτικά κενά που εντόπισε το Δικαστήριο και τις παραλείψεις στη συλλογή κρίσιμου μαρτυρικού υλικού, δημιούργησαν εύλογα ερωτήματα για την ποιότητα της διερεύνησης. Κυρίως, για το κατά πόσον υπήρξε πραγματική βούληση πλήρους διαλεύκανσης.

Και όταν μια υπόθεση τέτοιου μεγέθους φτάνει στο Δικαστήριο με τρύπες, δεν είναι απλώς “λάθος”. Είναι αποτυχία που απαιτεί εξήγηση. Δεν ήταν μόνο τα αποδεικτικά κενά που επικαλέστηκε η πλειοψηφία. Ήταν ότι μία από τις τρεις δικαστικές φωνές –μέσα στο ίδιο το Δικαστήριο– θεωρούσε ότι εκείνα τα αποδεικτικά στοιχεία επαρκούσαν για καταδίκη σε τουλάχιστον μία από τις κατηγορίες και μειοψήφησε υπέρ αυτής. Και αυτό από μόνο του είναι αποκαλυπτικό: δεν αμφισβητήθηκε μόνο το αποτέλεσμα. Αμφισβητήθηκε ο τρόπος που φτάσαμε ως εδώ.

Η απόσυρση κατηγοριών στην πορεία της δίκης και οι καταγγελίες περί απειλών σε μάρτυρες κατηγορίας -χωρίς να διακριβωθεί πλήρως η βασιμότητά τους- εδραίωσαν την εικόνα αδυναμίας.

Παράλληλα, η μέχρι σήμερα απουσία ουσιαστικών καταδικαστικών αποτελεσμάτων για πρόσωπα με κομβικό ρόλο στο σκάνδαλο των πολιτογραφήσεων, παρά τα πορίσματα Νικολάτου και Καλογήρου, αλλά και τις εκθέσεις της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, βαραίνει καθοριστικά στη συλλογική κρίση. Όχι ως εντύπωση, αλλά ως εμπειρία.

Στη δημοσκόπηση της Symmetron (Ιούλιος 2025), εννέα στους δέκα πολίτες δήλωσαν ότι δεν εμπιστεύονται τη Γενική Εισαγγελία. Όταν ένας θεσμός-πυλώνας της Δημοκρατίας κατατάσσεται σταθερά στον πάτο της θεσμικής εμπιστοσύνης, δεν έχουμε απλώς δυσαρέσκεια. Έχουμε θεσμικό ρήγμα. Η κοινωνία αποσύρει την εμπιστοσύνη της από τον κατεξοχήν θεσμό δίωξης της διαφθοράς.

Σε κάθε ώριμη Δημοκρατία, όταν ένας θεσμός φτάνει σε αυτό το σημείο, δεν απαντά με «ουαί και αλίμονο». Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης δεν είναι τεχνική διαδικασία. Είναι πράξη ευθύνης. Με καθαρές απαντήσεις και λογοδοσία. Όχι με θεσμική αγανάκτηση.  

Η κοινή γνώμη δεν στρέφεται κατά της Δικαιοσύνης. Στρέφεται κατά της ηγεσίας της Εισαγγελίας. Άλλο η κρίση των δικαστών. Άλλο η ευθύνη εκείνων που χειρίστηκαν, επέλεξαν, απόσυραν ή δεν επέμειναν.

Ο πιο κρίσιμος παράγοντας, όμως, είναι η ηγεσία της Νομικής Υπηρεσίας: ο Γενικός Εισαγγελέας Γιώργος Σαββίδης και ο Βοηθός του Αντρέας Αγγελίδης. Αμφότεροι υπήρξαν μέλη της κυβέρνησης Αναστασιάδη, επί των ημερών της οποίας διογκώθηκε το σύστημα πολιτογραφήσεων που σήμερα ερευνάται. Αυτή η θεσμική διαδρομή, ανεξαρτήτως προσωπικών προθέσεων, συνιστά βαρύ πολιτικό αποτύπωμα και δημιουργεί εύλογο ζήτημα αντίληψης ανεξαρτησίας.

Επιπρόσθετα, οι αναστολές διώξεων από τον Γενικό Εισαγγελέα σε σοβαρές υποθέσεις με επίκληση «δημοσίου συμφέροντος» (υποκλοπές, κεντρικές φυλακές), οι συγκρούσεις με άλλους ανεξάρτητους θεσμούς, η καταγγελθείσα σύγκρουση συμφέροντος του Βοηθού Εισαγγελέα σε υπόθεση απαλλαγής πρώην πελάτη του και η απόφαση-κόλαφος του ΕΔΑΔ σε βάρος του (υπόθεση Ν.Τ. ν Κύπρος), έχουν διαμορφώσει ένα βαρύ ιστορικό για τη σημερινή ηγεσία της Νομικής Υπηρεσίας. Το ζήτημα δεν είναι μεμονωμένο. Είναι σωρευτικό. Και η συσσώρευση μετατρέπεται σταδιακά σε καταδίκη στη συνείδηση της κοινωνίας.

Για αυτούς τους λόγους, το πρόβλημα δεν είναι η απόφαση του Κακουργιοδικείου. Το πρόβλημα είναι ότι η Γενική Εισαγγελία έχει χάσει το ηθικό και πολιτικό της έρεισμα στην κοινωνία. Δεν μπορείς να υπήρξες μέλος μιας κυβέρνησης υπό τη σκιά της οποίας διογκώθηκε το σκάνδαλο των πολιτογραφήσεων και σήμερα να αξιώνεις να πείσεις ότι ελέγχεις με απόλυτη ανεξαρτησία το ίδιο εκείνο σύστημα εξουσίας. Η σύγκρουση δεν είναι νομική. Είναι πολιτική και ηθική. Και σε αυτές τις συγκρούσεις, η εμπιστοσύνη είτε κερδίζεται, είτε χάνεται.

Όσο αυτή η αντίφαση παραμένει, καμία αθώωση και καμία συνέντευξη Τύπου δεν θα αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη. Η κοινωνία αμφισβητεί τους ανθρώπους που κρατούν το τιμόνι της Εισαγγελίας, τους κύριους Σαββίδη και Αγγελίδη. Δεν τους εμπιστεύεται πλέον. Και αυτή η δυσπιστία δεν είναι αποτέλεσμα λαϊκισμού. Είναι προϊόν σωρευτικής εμπειρίας. Δικαίως.

Και όταν η εμπιστοσύνη χάνεται από τη Γενική Εισαγγελία, δεν κλονίζεται απλώς ένα πρόσωπο ή μια υπηρεσία. Κλονίζεται το ίδιο το κράτος δικαίου. Γιατί από εκεί και μετά, όλα μοιάζουν επιλεκτικά. Και τίποτα δεν μοιάζει πραγματικά δίκαιο ή αμερόληπτο.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ: Χωρίς σχόλιο διαβάζουμε από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου για την παύση του τέως Γενικού Ελεγκτή: «Τέτοια συμπεριφορά εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους να περιαγάγει το αξίωμα και τους Θεσμούς, γενικότερα, σε ανυποληψία …» (σελ. 208). Η αναλογία προκύπτει αβίαστα.

ΤΟ ΑΣΧΕΤΟ: Δύσκολοι καιροί για πρίγκηπες.